Δεν τα κατάφερα να πάω.
Νιώθω μόνος αλλα κάπως στεγνός, σαν να ξέχασα να είμαι αυτός που ήθελα να είμαι. Γύρισα πίσω για ενα ήσυχο υπόλοιπο βραδιάς, με κάποιο ποτάκι ίσως, κανα τσιγάρο, blogging και διάβασμα στο Διαδίκτυο.
Ήξερα τι ήθελα γι απόψε. Αντι γι αυτό, πήγα σε αυτο που έπρεπε και όχι σε αυτο που ήθελα πραγματικά. Ειχα σκεφτεί οτι θα προλάβω να πάω κι αλλού, να δώ αυτη την παράξενη παρουσία να παίζει κρουστά σε ενα μπαράκι κάτω εκει που ειναι γεμάτο μπαράκια μέσα στα παλιά οικήματα στο κέντρο της Αθήνας.
Ηθελα κόσμο. Να κινείται, να ναι ζωντανός, φορτωμένος ελπίδες και με τις σκιές τους να διπλασιάζουν την ύπαρξή τους και να με ακουμπούν σαν προέκτασή τους.
Τα φώτα, η μουσική. Τα χαμόγελα, η ξενοιασιά, η φρεσκάδα, αυτά που μου έχουν λείψει και που μάλλον χάνω σιγα σιγά όχι μόνο απο τον αδυσώπητο χρόνο αλλα και απο επιλογή πλέον. Επιλογή … μπορεί και αυτοτιμωρία.
Πρέπει άραγε ; Πρέπει να αυτοτιμωρούμαστε ; Και τι αλλάζει με αυτό ;
Πώς θα ειναι καλύτερα τα πράγματα και θα μπορέσω να ζήσω καλά απο δω και πέρα, πώς θα προσφέρω οτι καλύτερο μπορώ παρα με την παρουσία μου και την συμμετοχή μου ; Αν δεν ειμαι παρών -λόγω τιμωρίας- τότε πώς να βοηθήσω, πώς θα επανορθώσω, πώς να εξιλεωθώ και μετά ας αφεθώ στη μοίρα ;
Ηθελα κόσμο … και δεν τα κατάφερα. Αλλη φορά δεν ξέρω πότε θα είναι.
Φοβήθηκα τελικά τον κόσμο ; Γιατι δεν πήγα να τον βρώ αλλα προτίμησα την παρέα ενός φίλου που σίγουρα την ειχε ανάγκη ;
Ηθελα κόσμο … κι εχω ενα ποτό κι ενα τσιγάρο … και ησυχία… σαν θάνατος, ετσι θα ειναι ο θάνατος, το απόλυτο τίποτα. Νεκρός δεν θα μπορώ να γράψω, να μεταφέρω σκέψεις, να βοηθήσω, αλλα δεν θα μπορώ ουτε και να βλάψω κανέναν πιά.
