Ητανε μια φορά μία βλαμένη. Δουλειά δεν ειχε να κάνει και έμπαινε στο Ιντερνετ με 5-6 διαφορετικά nicknames και έγραφε οτι της κατέβαινε. Εκανε και 2-3 μπλογκς μπορεί και περισσότερα.
Γνώρισε διάφορους, μεταξύ αυτων και άλλους βλαμένους, μερικούς τους άφησε να την πηδήξουν παρά το χάλι που ειχε αφου ειναι γνωστό οτι υπάρχουν και άντρες βλαμένοι φυσικά. Α ηταν παντρεμένη με εναν άλλο βλαμένο και ειχε κι ενα παιδί επίσης βλαμένο σαν τα μούτρα της.
Πολλοί απο τους βλαμένους που γνώριζε εδω κι εκεί την πήραν χαμπάρι και την κοπάνησαν με ελαφρά παρα το οτι αυτη θύμωνε οταν την παρατούσανε. Ετσι, συνέχισε να ψάχνει να βρεί βλαμένους να της ανεβάσουν το προφίλ της γυναίκας και να νιώθει γκόμενα και φοβερή.
Μια μέρα έπρεπε να πάει σε κοντινή πόλη της επαρχίας να κάνει μια δουλειά για τον βλαμένο τον άντρα της. Πήγε μια και δεν ειχε δικιολογία να μην πάει. εκει γνώρισε άλλον ενα βλαμμένο με σκάφος και αμέσως η κυρία επιβιβάστηκε για μιά βόλτα στο πέλαγος. Αυτός ο βλαμένος διέφερε απο τους άλλους, θα μπορούσε να αφήσει τα πάντα γι αυτόν.
Δεν ησύχασε λεπτό και σφηνώθηκε η ιδέα στο λιγοστό της μυαλό να τον κατακτήσει.
Ομως ο βλαμένος ο σκαφάτος δεν ειχε καμμία ανάγκη το δικό της το μουνί γιατι κάθε τόσο χτυπούσε ΄διάφορες άλλες βλαμμένες, και γενικά ηταν χαμένος στο διάστημα. Επρεπε να βρεί τρόπο να τον κάνει να κολλήσει μαζι της.
Σαν βλαμένη όμως έκανε σκέψεις τόσο ηλίθιες και καταστροφικές που το μόνο που κατάφερνε στη ζωή της ηταν να καταστρέφει άλλους οταν δεν γινόταν το δικό της κι ετσι δίσταζε, το ήξερε και δεν ηθελε να του κάνει κακό.
Αποφάσισε να πηγαίνει συχνά να τον πετύχει κάπου αφου στο τηλέφωνο σπάνια τονέβρισκε.
Φτιάχτηκε να δείχνει όμορφη και πήγε. Στην μαρίνα που ηταν το σκάφος του πήγε αργότερα αφου έκανε βόλτες σε μέρη που ήξερε οτι μπορεί να τον πετύχει.
Λίγοπριναποφασίσει να γυρίσει πίσω, τον ειδε απο μακριά σε ενα μπαράκι ανοιχτό με τραπέζια έξω κοντά στη θάλασσα. Ηταν με τρείς πανέμορφες νεαρές και το διασκέδαζε !
Θόλωσε, πήγε απο πίσω του και μες στον κόσμο του κάρφωσε στον λαιμό μιά λίμα νυχιών !
Τα ουρλιαχτά δεν τα άκουγε, το αίμα δεν το έβλεπε, έστεκε εκει, ακίνητη.
Τωρα βρίσκεται σε μιά φυλακή μαζι με άλλες βλαμμένες και αναπολεί τις μέρες που ητνα εξω και ειχε τόσες κατακτήσεις… τόσους βλαμένους.

