Στις εσχατιές της ανατολής, ζούσαν ελληνικά φύλα απο τα βάθη των αιώνων.
Με γλώσσα ελληνική, έθιμα ελληνικής καταγωγής, συνήθειες και συμπεριφορά ελληνική.
Αυτες οι εσχατιές χαθήκανε απο χέρια ελληνικά ή ισως δεν ηταν ικανά τα ελληνικά χέρια να τις κρατήσουν όσο πρέπει.
Σήμερα, οι εσχατιές ειναι μεσα στην ίδια την Ελλάδα.
Η συρρίκνωση τερματίζει όπου να’ναι, όλοι χρωστάνε σε όλους και όλοι χρωστάμε στους κατακτητές ετσι που να φανεί δίκαιο να μας κατακτήσουν και να πρέπει να πούμε κι ευχαριστώ αφου μας σώζουν απο τον αφανισμό.
Μα δεν ειναι αφανισμός όλο αυτό που συμβαίνει ;
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με σπαθί και φωτιά ή με τράπεζες και χαρτιά, αυτος ο τόπος θα κατακτιέται στον αιώνα τον άπαντα κι εμείς ραγιάδες ξανά, να προσμένουμε μιάν ακόμα “επανάσταση” να ανάψει τη φλόγα του ελληνισμού.
Αλλα ποιού ελληνισμού, πρέπει να ξέρουμε καλά.
Βλέπουμε και οι ίδιοι ποιοί και πώς μας έφεραν εδω. Βλέπουμε πού φταίξαμε, πού όχι, και πάντως όχι αυτο που θέλουν οι οποιοιδήποτε της εξουσίας, μιας εξουσίας ξεπουλημένης στους βωμούς ιδιοτελών συμφερόντων, μικροπολιτικών, παρασκηνίου και ύποπτων συναλλαγών σε βάρος του πολίτη.
Την εσχατιά της ψυχής μου δε θα την κατακτήσει κανείς ποτέ. Μεχρι να βγει η ψυχή αυτη.
Αλλα μέχρι τότε, οι κατάρες πέφτουν βροχή και ενας γέροντας κάποτε μου ειπε οτι οι κατάρες πιάνουν, αργά ή γρήγορα.