Η αίσθηση ηταν δυνατή. Εκείνη τη στιγμή να είμαστε σε μια άκρη, σ ενα σπίτι μοναχικό, σε μια παραλία κοντά και να υπήρχε μόνος ήχος ο παφλασμός απο το κύμα, το αεράκι να φυσά ελαφρά τα κεράκια που θα χω ανάψει πάνω στο τραπέζι και να με κοιτάς, να με κοιτάς μονάχα….
Ξέρω τι σου αρέσει. Να μην μιλάω πολύ, μόνο με το βλεμμα σου να καταλαβαίνω τι θες. Να εισαι γυμνή και να μην τρελαίνομαι να σε γαμίσω. Να με θέλεις και να μην το δείχνεις. Να σε προσέχω, να χω το νού μου τι θες να στο προσφέρω, να χω σκεφτεί τι θες πριν το σκεφτείς εσύ.
Η κάβλα μου μπορεί να περιμένει. Κι εσυ μπορείς.
Κι ας καίγομαι, ας εχω τόση όρεξη για σενα, για μας. Υπομονή. Θες να μου δείξεις να εχω υπομονή, κι εγω βιάζομαι να τη ζήσω τη ζωή. Φοβάμαι οτι θα τελειώσει γρήγορα. Σε θέλω, εδω και τώρα.
Το αίμα καίει. Νομίζω πως θα σβήσουν τα κεράκια πριν προλάβουμε να τυλιχτούμε δυό καυτά κορμιά στη νύχτα, φαντάσματα ερωτικά, πλάνη του νου, φαντασίωση, έρωτας.
Σε θέλω, εδω και τώρα.

